ΣΚΗΝΗ 8η: Απώλεια

Η Λένα, εδώ και χρόνια, δεν τα πήγαινε καλά με το αναπνευστικό της. Εκτός αυτού, δεν τα πήγαινε καλά και με τα χρώματά της. Έχει γίνει ανυπόφορα γκρίζα κι αυτή. Ο Μικές, όπως πάντα, βαριόταν και ενίοτε έκλαιγε μ’ αυτή την εξέλιξη, κι ας ήταν πια μακριά από κείνη…
Στις 23 Γενάρη 2018 το τηλέφωνο χτύπησε. Η φωνή του Λένου ακούστηκε τρεμάμενη.

— Μικέ, πρέπει να ‘ρθεις εδώ, η Λένα δεν είναι καλά.
— Το ξέρω, Λένο, δε βλέπεις πως έχει γίνει κατάγκριζη; Κι εσύ δηλαδή, μη νομίζεις· γκριζάρεις, ανησυχητικά.
— Τι λες, παιδάκι μου, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς!
— Άσε, δεν μπορώ να το εξηγήσω… Έρχομαι γρήγορα!

Τη βρήκε στο κρεβάτι… Έβηχε και κοιτούσε με τα μεγάλα γκρίζα μάτια της γεμάτα αγωνία.

— Νομίζω ότι δεν τη βγάζω καθαρή για πολύ.
— Κι ανησυχείς;
— Τα ‘χω κάνει πάνω μου.
— Γιατί;
— Δεν ξέρω, και δε θέλω να το σκέφτομαι.
— Μα ίσως γι’ αυτό ακριβώς τα ‘χεις κάνει πάνω σου.
— Αυτά που μου λες μου φαίνονται μπαρούφες.
— Όταν πηγαίνεις για ύπνο, κουρασμένη, δεν το περιμένεις πώς και πώς;
— Αν δε σταματήσεις άμεσα, νομίζω ότι δε θ’ αντέξω παραπάνω… Σε προειδοποιώ…
— Κι όταν κοιμάσαι, δεν υπάρχει πουθενά το σώμα και το μυαλό σου. Ακριβώς ότι συμβαίνει στο θάνατο. Γιατί λοιπόν τον φοβάσαι τόσο, ενώ δε φοβάσαι καθόλου τον ύπνο; Αντίθετα, τον επιζητάς!
— Μικέ, λυπήσου με, δεν αντέχω… Θ’ αφήσω την τελευταία μου πν…
— Ε, Λένα, μη… Ψιτ, Λένα, ξύπνα. Ρε Λένα, δεν εννοούσα καθόλου αυτά που έλεγα…

Ο Λένος έμπηξε τα κλάματα, η Λένα έμπηξε την παντοτινή σιωπή, η Κέλλυ, το πεκινουά (τριαντατεσσάρων χρονών τότε, αλλά εξαιρετικά νεανική), κούνησε λυπημένα την ουρά της και ο Μικές δεν μπορούσε να συγκρατήσει άλλο τα δάκρυά του… Τι διάολο, αυτό το παιδί, όποτε χάνει ένα παιχνίδι, φτάνει συνέχεια στο σημείο να σκεφτεί «και τώρα τι μου μένει εμένα;», εν μέσω γοερών δακρύων… Και δεν παρατηρεί ποτέ πως όλ’ αυτά τα παιχνίδια ξαναγίνονται πολύχρωμα από γκρίζα τη στιγμή ακριβώς που τα χάνει!

ΣΚΗΝΗ 9η: Η Κέλλυ
ΣΚΗΝΗ 7η: Η μαγεία του έρωτα

Γράψτε τη σκέψη σας εδώ: