ΣΚΗΝΗ 6η: Έρωτας

Ο Μικές ανακάλυψε ότι το μέρος που καταδικάστηκε για τέσσερα χρόνια τελικά δεν ήταν σκοτεινό. Ούτε απειλητικό. Αντιθέτως ήταν φωτεινό! Κάθε λίγο και λιγάκι ωστόσο, γυρνούσε στο σπίτι του, που κι αυτό το έβρισκε εξαιρετικά φωτεινό.
Μια απ’ αυτές τις φορές γνώρισε τη Λία, σ’ ένα αποκριάτικο πάρτι. Ήταν κοινή γνωστή με τον καλό του φίλο, το Ζαχαρία. Φορούσε ένα κολλητό παντελόνι και μια μαύρη περούκα και ήταν γεμάτη χρώματα, ψηλή, με μεγάλα καλοσυνάτα μάτια. Ο Μικές σκέφτηκε «αναμφίβολα μου αρέσει», αλλά δεν τόλμησε να της ζητήσει να τη συναντήσει κάπου μόνη, αν και χόρεψαν μαζί αρκετά κι αυτή του χαμογελούσε συνέχεια με το μεγάλο στόμα της… Όμως ο Ζαχαρίας ήταν εκεί και τα κανόνισε όλα. Την επόμενη μέρα ο Μικές πήγε με τ’ αμάξι του και την πήρε και πήγανε σ’ ένα ήσυχο, τρυφερό καφέ, απ’ αυτά τα καφέ που μπορεί κάποιος να ξεκινήσει μια αξιοπρεπή ερωτική ιστορία. Φιλήθηκαν και ήταν μεγάλη η παραζάλη του φιλιού! Δεν είχε ξανανιώσει τέτοια ταραχή.

Τις επόμενες μέρες ήταν πολύ δύσκολα, γιατί ο Μικές, κάθε βράδυ που έπεφτε να κοιμηθεί, ανυπομονούσε πότε θα ξυπνήσει για να την ξαναβρεί. Ήταν κι αυτή Δική Του. Όμως αυτή η Δική του δεν ήταν τόσο προσαρμοστική όσο τα πλαστικά παιχνίδια, γιατί δεν ήταν διαθέσιμη όποτε αυτός ήθελε. Έτσι ο Μικές θύμωνε πολύ και σκεφτόταν συνέχεια πόσο άδικο ήταν αυτό που του συνέβαινε.

Οι μήνες και τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και η Λία έγινε σύντομα Δική Του με τον τρόπο που ο Μικές ήθελε, δηλαδή ολοκληρωτικά! Μια μέρα όμως, εκεί που την είχε αγκαλιά, είδε ότι τα μαλλιά της δεν ήταν τόσο ξανθά όσο συνήθως. Την επόμενη μέρα τα μαλλιά έμοιαζαν κάπως γκρίζα. Τη ρώτησε αν τα είχε βάψει με κάποια περίεργη βαφή, αλλά η Λία απορημένη του απάντησε «μα όχι φυσικά, μωρό μου!» Το φαινόμενο μέσα στους επόμενους μήνες εξαπλώθηκε στο κορμί της και τελικά στο πρόσωπό της: τα πράσινα μεγάλα της μάτια έγιναν γκρίζα τελευταία! Ο Μικές όμως, όπως είχε αποδειχτεί για πρώτη φορά πριν είκοσι περίπου χρόνια, βαριόταν κάθε τι το γκρίζο. Κι έτσι της ζήτησε να χωρίσουν. Η Λία έκλαψε γοερά, αλλά της ήταν αδύνατο ν’ ανακτήσει λίγο απ’ το γοητευτικό της χρώμα. Ο Μικές έκλαιγε κι αυτός, αλλά δεν περνούσε καν απ’ το μυαλό του ότι έκλαιγε για κείνον κι όχι για την πληγωμένη Λία. Από τότε και για περίπου ένα χρόνο, αυτοί οι δύο, μια και δε βρίσκονταν στο ίδιο μέρος, μιλούσαν δύο φορές την ημέρα στο τηλέφωνο κι έκλαιγαν μαζί. Μέχρι που η Λία βρήκε κάποιον άλλον, εξαιρετικά χρωματιστό, και είπε στο Μικέ ότι δε θέλει άλλο να μιλάνε μαζί και να κλαίνε. Ήταν βράδυ την ώρα αυτού του τελευταίου τηλεφωνήματος, και ο Μικές, με δάκρυα στα μάτια, άρχισε να τρέχει σαν τρελός στην έρημη λεωφόρο, ουρλιάζοντας «και τώρα τι μου μένει πια;» Το μόνο που έλειπε από τη σκηνή για να θεωρηθεί κλασική ήταν μια βροχή να μουσκέψει το απελπισμένο του κορμί, αλλά μεταξύ μας, μπορούμε εσείς κι εγώ να την προσθέσουμε στη φαντασία μας… Μήπως όλα τα υπόλοιπα δε συμβαίνουν στη φαντασία μας;

ΣΚΗΝΗ 7η: Η μαγεία του έρωτα
ΣΚΗΝΗ 5η: Η επιτυχία

Γράψτε τη σκέψη σας εδώ: