ΣΚΗΝΗ 20ή: Σιωπή

Όταν γνώρισε τη Ζετ, αυτή ήταν πολύ ντροπαλή και μύριζε σανδαλόξυλο. Την έβρισκε μετά τη σχολή και πήγαιναν για καφέ. Περπατούσαν αμίλητοι, αλλά δεν ένιωθε άσχημα γι’ αυτό.

Πού και πού έλεγαν καμιά κουβέντα όπως «τι όμορφη που είναι αυτή η αροκάρια» ή «νομίζω ότι θα ήθελα να πιω λευκή σοκολάτα με φουντούκια». Φτάνοντας στο καφέ, κάθονταν αναπαυτικά και τα λεπτά περνούσαν περίεργα μέσα στη σιωπή. Ο Μικές αναρωτιόταν αν πρέπει ν’ ανησυχεί για τη σιωπή αυτή, αλλά η λουλουδιαστή αίσθηση γαλήνης στο στομάχι του διέλυε κάθε προβληματισμό. Εκείνη χαμογελούσε ή καθόταν σοβαρή, αμίλητη, με το πρόσωπό της να εκπέμπει λιακάδα. Τα δυο μπροστινά δοντάκια της είχαν κενό μεταξύ τους, κι αν και του φαινόταν περίεργο αυτό, έπιανε το βλέμμα του να εστιάζει εκεί πολλές φορές… όπως και στα γεμάτα χείλη της και στα ελαφίσια μάτια της. Η Σιωπή τούς έκανε παρέα για ώρες και μεταμόρφωνε τη σχέση τους σε κάτι το ιερό, που ο Μικές δεν καταλάβαινε.

Στα επόμενα χρόνια ο Μικές θα ξαναανακάλυπτε πολλές φορές τη σπάνια εξαγνιστική ιδιότητα αυτής της ευαίσθητης, διακριτικής Ησυχίας που πρώτη του τη δίδαξε η Ζετ…

ΣΚΗΝΗ 19η: Όνειρο μέσα σε όνειρο

Γράψτε τη σκέψη σας εδώ: